Μες στο δικό σου παραμύθι ξαναβρές το ξεχασμένο μονοπάτι σου
Μέρες άγιες και ευλογημένες έρχονται και κατά το σύνηθες λέω να ανατρέξω στην κλασική μας λογοτεχνία για να ξυπνήσω ωραία αναγνώσματα της παιδικής και μαθητικής ηλικίας. Τον Ανδρέα Καρκαβίτσα τον γνώρισα στην σχολική αίθουσα από μια καλή και άξια καθηγήτρια – Φιλόλογο, μακαριστή πλέον, που συχνά μας διάβαζε αποσπάσματα από τα «Λόγια της πλώρης». Ναυτικά διηγήματα στα οποία ο συγγραφέας τοποθετεί την αφήγηση στο στόμα κάποιου ναυτικού δημιουργώντας ατμόσφαιρα θαλασσινή, αέρα λεβεντιάς και δύναμης των θαλασσινών μας όταν με μια σκάφη αντιμάχονταν τ΄αγριεμένα πέλαγα.
Απ΄ αυτή τη συλλογή λοιπόν και εντελώς τυχαία επέλεξα φέτος να διαβάσω τα «Τελώνια» και να μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό απόσπασμα:
«…Τέλος, όταν απέθανε ο καπετάν Τραχήλης, έγινε σύντροφος στη σκούνα ο Κάργας. Αλλά μόλις κλείσανε τα συμβόλαια, μπήκε μέσα διαφορετικός.
- Το δοιάκι, λέει, δε μ΄αρέσει.
- Γιατί;
- Έτσι, έχει κεφάλι φιδιού. Να το κάνουμε σκυλιού.
- Μα τι σε πειράζει φίδι-σκυλί; Τη δουλειά του την κάνει.
- Δεν την κάνει.
Και φραπ! Στη φωτιά το δοιάκι. Έκαμε κεφάλι σκυλιού. Έπειτα άρχισε για όλα του καραβιού. Πάνε μπαμπάδες, πάνε οι μούρσοι, πάνε τα πόμολα. Είχαμε φιγούρα ένα Μακεδόνα, δεν του άρεσε.
- Να βάλουμε, λέει, δέλφινα.
Έβαλε δέλφινα. Το πομπρέσο είχε σκαλισμένον ένα σταυρό στην άκρη.
- Όχι σταυρό, λέει, λουλούδι θα βάλω.
- Μα τι σε πειράζει σταυρός - λουλούδι; Ίδιο είναι.
- Όχι καλύτερα λουλούδι.
Άλλα έξοδα πάλι. Έβαλε στο πομπρέσο λουλούδι. Τον αργάτη τον έβαψε πράσινο, την κάμαρη κόκκινη, το μαγεριό κατάμαυρο, τα κατάρτια κίτρινα. Έπειτα ήθελε να βάψη και το σκαφίδι. Ήταν γαλάζιο, φρεσκοβαμμένο.
- Όχι γαλάζιο, λέει, κάτασπρο είναι ομορφότερο.
- Μα το άσπρο λερώνει εύκολα. Έπειτα δεν έχει ανάγκη ακόμα.
- Έχει-δεν έχει θαν το βάψω. Δεν μπορώ να το βλέπω με τέτοιο χρώμα. Στο στομάχι μου κάθεται.
Τι να του ειπώ; Είχε μανία στο άλλαγμα. Το κεφάλι του ίδιος μπούσουλας, ούτε κάρτο δεν έμενε στη θέση του. Από τ΄άψυχα ρίχτηκε σε λίγο και στους ανθρώπους. Έδιωχνε τον ένα, έπαιρνε τον άλλο, έβριζε τον τρίτο. Έπειτα ρίχτηκε στο καραβόσκυλο το Ζέπο μας, που τον είχε ο μακαρίτης μια ζωή μαζί του. τον έδερνε, τον κλωτσούσε, τον άφηνε νηστικό. Τέλος μια νύχτα τον έπνιξε μισοκάναλα κ΄έφερε από τη Μεσσήνα ένα κοπρόσκυλο που βαρυόνταν και ν΄αλιχτήση.
- Μωρέ, γιατί, βλάμη; Τον ρωτώ.
- Έτσι, δεν τα θέλω τέτοια στο καράβι μου.
Στο καράβι του! Δεν κρατήθηκα περισσότερο.
- Άκουσε, Λάμπρο, του λέω. Εγώ δε σ΄έβαλα αφέντη εδώ μέσα, σ΄έβαλα σύντροφο.
- Σύντροφο, μου απαντάει με θυμό, για να σου ανοίξω τα μάτια.
Τώρα κατάλαβα! Δεν έχει μονάχα μανία στο άλλαγμα παρά κάτι περισσότερο. Ήθελε να φαίνεται στη σκούνα μοναχός καραβοκύρης. Τον έτρωγε το εγώ του. Τόσο ξιπάστηκε με το καπετανλίκι ο χοντροναύτης, που πίστεψε πως ήταν πορφυρογέννητος. Όλα τα ήξερε και όλα τα ώριζε. Γη, θάλασσα, ουρανός, πλεούμενα, όλα δικά του. Κι αν δεν ήταν δικά του, δεν έπρεπε να είναι αλλουνού! Μοναδικός στο είδος του, μοναδικός στην τέχνη του.
Απελπισία μ΄έπιασε. Πέταξε η όρεξη για τη δουλειά, πέταξαν τα όνειρα. Ο αητός έχασε τα φτερά του κ΄έμεινε χεροδούλης και ψωμοζήτης στη γη. Ψωμοζήτης, μα πονόψυχος. Ήξερα ποιος μου ψαλίδισε τα φτερά και όμως λυπόμουν να τον διώξω. Μας ήρθαν δύσκολες χρονιές. Πάθαμε ζημιές στα ταξίδια. Αν ήθελα να χαλάσω τη συντροφιά, δε θα έπαιρνε ο Κάργας ούτε το απόθεμα. Ας πάη να χαθή! σκέφτηκα. Ο πατέρας μου τον έκανε άνθρωπο, δεν πρέπει εγώ να τον καταστρέψω…»
Ένας ευσεβής, πνευματικός και πολυγραφότατος κληρικός, ο αγαπητός παπα-Σπύρος Βασιλάκος από την Θήβα,απόμια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα συγγραφική του εργασία μετίτλο «Το παραμύθι σου άνοιξε» μ΄ έμαθε να αποκαλύπτω τους θησαυρούς που κρύβονται στα παιδικά μας διηγήματα και που είναι τόσο χρήσιμοι στην καθημερινότητά μας.
Ο Κάργας, λοιπόν, είναι ένας άνθρωπος με αλλεπάλληλα συμπλέγματα. Φτωχόπαιδο προφανώς, που εισπράττει και νιώθει τις ευεργεσίες σαν ισάριθμες ταπεινώσεις και γι΄αυτό τις πληρώνει με μίσος και φθόνο. Είναι τύπος υπαρκτός, γνωστός και συχνά μελετημένος από τους ψυχολόγους των καιρών μας. Ο Κάργας δεν αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τον Τραχήλα, που τον μεγάλωσε και τον στήριξε στα δύσκολα, ούτε αγάπη ή έστω φιλία για τον συνομήλικό του Μήτρο, τον γιο του Τραχήλα. Δεν του αρέσει να είναι ίσος, σύντροφος, φίλος. Θέλει να γίνει, με κάθε τρόπο, καλύτερός του, για να τον ταπεινώσει. Με όλα του τα φερσίματα θέλει να φαίνεται μοναχός καραβοκύρης και να ορίζει τα πάντα στο καράβι του παλιού ευεργέτη του, παραμερίζοντας με θράσος τον γιο του. Και όταν στο τέλος βλέπει πως παρά τις ματαιόδοξες προσπάθειές του χάνει τον έλεγχο, κυριεύεται από αληθινό δαίμονα καταστροφής. Πόσοι συνάνθρωποί μας σήμερα δεν αντέχουν και δυσκολεύονται να εισπράξουν την επίθεση αγάπης και ευεργεσίας που τους γίνεται και δαιμονίζονται!
Όπως πολύ σωστά λέει ο παπα–Σπύρος, στα παραμύθια η ζωή αυτοβιογραφείται, η αλήθεια εκφράζεται και ο άνθρωπος οικοδομείται! Γι' αυτό "μες στο δικό σου παραμύθι ξαναβρές το ξεχασμένο μονοπάτι σου...".
Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα!
π. Κωνσταντίνος Πλακιάς

