† Μνήμη των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου
Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιούνιος,
Αθήνα 2009, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 428-464
῾Ο ᾿Απόστολος ΠΑΥΛΟΣ, ἡ ἡρωικότερη ἀποστολική μορφή τῆς πρώτης Χριστιανικῆς περιόδου, ὑπῆρξε ὁ κατ᾿ ἐξοχήν ᾿Απόστολος τῶν ᾿Εθνῶν, ὁ μοναδικός διδάσκαλος καί ὁ σπουδαιότερος παιδαγωγός τῆς Οἰκουμένης, ὁ ἐκκλησιαστικός ἀγωνιστής καί φυτουργός τῆς ᾿Εκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ἐκφράζονται μέ τό μεγαλύτερο θαυμασμό καί ἐξυμνοῦν μέ τά καλύτερα λόγια τήν προσωπικότητά του, τό καταπληκτικό ἱεραποστολικό ἔργο του καί τή μοναδική διδασκαλία του. Μάλιστα ὁ κυριότερος ἑρμηνευτής του, ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐκ τῶν κορυφαίων πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας, εὔστοχα τόν χαρακτηρίζει ὡς «τόν πρῶτον μετά τόν ῞Ενα» καί συνιστᾶ «μή θαυμάζειν μόνον ἀλλά καί μιμεῖσθαι τό ἀρχέτυπον τοῦτο τῆς ἀρετῆς». ῎Αριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί παιδείας, ἔφερε τό ἀληθινό φῶς τῆς θεογνωσίας, τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἀπό τήν ᾿Ανατολή στή Δύση.
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος ἐγεννήθηκε στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας , μεταξύ τῶν ἐτῶν 5-15 μ . Χ ., ἀπό ᾿Ιουδαίους γονεῖς τῆς φυλῆς Βενιαμίν , ὁποία μαζί μέ τή φυλή τοῦ ᾿Ιούδα θεωροῦνται οἱ μόνες καθαρές φυλές . Κατεῖχε τή ρωμαϊκή ὑπηκοότητα ἀπό τόν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν Ρωμαῖος πολίτης, δικαίωμα τό ὁποῖο ἀπέκτησε καί ὁ ἴδιος καί ἀπό τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι ὁ κάτοχός του καταγόταν ἀπό τά ἀνώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας τῆς Κιλικίας. Στό ἑβραϊκό του ἀρχικό ὄνομα Σαούλ ἤ Σαῦλος, κατά τή γνωστή τότε συνήθεια τῶν ᾿Ιουδαίων τῆς διασπορᾶς νά χρησιμοποιοῦν διπλή ὀνομασία, προστέθηκε ἀργότερα δεύτερο ὄνομα-καί ὡς Ρωμαῖος πιά πολίτης- τό χρησιμοποιούμενο στίς Πράξεις ἑλληνικό ἤ ρωμαϊκό ὄνομα Παῦλος, ὁμόηχο τοῦ ἰουδαϊκοῦ Σαῦλος (Σαῦλος-Παῦλος). ῾Η δεύτερη ὀνομασία δέν ἦταν ἀσυνήθης ἐνέργεια στίς εὐκατάστατες καί ὁπωσδήποτε σημαντικές ρωμαϊκές οἰκογένειες.
῾Ο ῞Αγιος ῾Ιερώνυμος, ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν του κάποια ἀρχαία παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Παῦλος καταγόταν ἀπό τά Γίσχαλα ἤ Κίσχαλα ( Gischala ) τῆς Γαλιλαίας τῆς Παλαιστίνης, πράγμα πού σημαίνει ὅτι κάποιος, ἐνδεχομένως, ἀπό τούς προγόνους του καταγόταν ἀπό τά Κίσχαλα.
Κατά τήν ὄγδοη μέρα ἀπό τῆς γεννήσεώς του ὁ Παῦλος περιτμήθηκε, γεγονός πού ἀποδεικνύει ὅτι οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καί νομοταγεῖς, ἄν καί ἦταν ἑλληνιστές, ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἦταν ἑλληνιστής τῆς διασπορᾶς.
Στήν Ταρσό, ὅπου ἐπέρασε τά παιδικά του χρόνια, οἱ γονεῖς του ἐφρόντισαν νά ἀποκτήσει τήν καλύτερη καί ἀρτιότερη ἑλληνική μόρφωση, ὅπως ἄλλωστε αὐτό ἀποδεικνύεται καί ἀπό τίς ᾿Επιστολές του. ᾿Εκεῖ ἔμαθε τήν ἑλληνική γλώσσα καί ἐδιδάχθηκε γενικότερα τήν ἑλληνική σκέψη καί τόν τρόπο ζωῆς.
Στήν πόλη αὐτή ᾿Ιουδαϊκή παροικία διατηροῦσε τά ἤθη καί ἔθιμά της καί τήν κοινωνική ζωή της γύρω ἀπό τή Συναγωγή πού ἦταν τό πνευματικό κέντρο. ῾Η Συναγωγή ἀποτελοῦσε, ἐπίσης, τό κέντρο τῆς λατρείας τῆς θρησκείας, τῆς προσευχῆς καί τῆς διδαχῆς τοῦ λόγου καί τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Γαλουχημένος ὁ Παῦλος μέσα σ᾿ αὐτό τό περιβάλλον εὐσεβείας ἄκουσε γιά τό σεβασμό στούς Πατριάρχες καί τούς Προφῆτες καί ἐδιδάχθηκε γιά τήν τήρηση τοῦ Νόμου μέ ζῆλο. Μεγαλωμένος σ᾿ ἕνα τέτοιο αὐστηρό θρησκευτικό ἰουδαϊκό περιβάλλον ὁ Παῦλος ἀπέκτησε βαθιά συνείδηση τῆς μεγάλης σημασίας πού εἶχε τήρηση τοῦ Νόμου γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ λαοῦ τοῦ ᾿Ισραήλ, ἀλλά καί τήν ἐλπίδα ἀπελευθερώσεώς του ἀπό τούς Ρωμαίους. ῎Ετσι ἔμαθε τή μητρική του γλώσσα καί τά ἑλληνικά γράμματα πιό πολύ σέ ἰουδαϊκό παρά σέ ἑλληνικό περιβάλλον καί ἡ παίδευσή του καί ἡ ὅλη ἀνατροφή του ἦταν αὐστηρά ραββινική καί ἑβραϊκή. ῎Αλλωστε ἑβραϊκή-ἀραμαϊκή γλώσσα θά πρέπει νά ὁμιλεῖτο καί στό σπίτι του, γιατί ἔτσι ἐξηγεῖται καί εὐχέρειά του νά προσφωνήσει ἀργότερα τούς συγκεντρωμένους στά ῾Ιεροσόλυμα «τῇ ἑβραΐδι διαλέκτῳ».
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος δέν ἀρκέσθηκε στήν παραπάνω ἑλληνική μόρφωση πού ἀπέκτησε στή γενέτειρά του Ταρσό, ἀλλά ἐπῆγε στά ῾Ιεροσόλυμα, γιά νά τή συμπληρώσει μέ σπουδές τοῦ Νόμου κοντά σέ σοφούς ραββίνους τῆς ῾Ιερουσαλήμ, πρωτεύουσας τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ. ῾Η ἀπόφασή του νά μεταβεῖ στά ῾Ιεροσόλυμα δείχνει ἀφ᾿ ἑνός τή συντηρητικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ περιβάλλοντος ἀπό τό ὁποῖο προερχόταν καί ἀκόμη τήν πρόθεσή του νά γνωρίσει πληρέστερα καί καλύτερα τό Νόμο, ὡς καταγόμενος ἀπό τόν ᾿Ιουδαϊσμό τῆς διασπορᾶς καί ἀφ᾿ ἑτέρου τήν οἰκονομική δυνατότητα τῆς οἰκογένειάς του. Μάλιστα στίς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι στά ῾Ιεροσόλυμα ὑπῆρχε ἀνιψιός τοῦ Παύλου, υἱός τῆς ἀδελφῆς του. Φαίνεται ὅτι ὁ Παῦλος εἶχε ἔγγαμη ἀδελφή ἐγκατεστημένη στά ῾Ιεροσόλυμα, στήν οἰκία τῆς ὁποίας ἴσως διέμεινε ὁ ἴδιος κατά τό διάστημα τῶν ἐκεῖ σπουδῶν του. Καί αὐτός, ἐνδεχομένως, νά ὑπῆρξε καί ἕνας ἀκόμη λόγος ἤ ὁ κύριος λόγος νά μεταβεῖ στά ῾Ιεροσόλυμα γιά συμπληρωματικές σπουδές.
Στά ῾Ιεροσόλυμα ὁ Παῦλος σπούδασε παρά τούς πόδας τοῦ συνετοῦ φαρισαίου διδασκάλου Γαμαλιήλ (πρεσβύτερου ἐγγονοῦ τοῦ Χιλλέλ), ὁ ὁποῖος ἦταν «τίμιος παντί τῷ λαῷ» καί, κατά τό Ταλμούδ, ἦταν γνώστης τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας καί ἐνεθάρρυνε τίς ἑλληνικές σπουδές. ᾿Από αὐτόν τό φαρισαῖο διδάσκαλό του Γαμαλιήλ, ὁ Παῦλος ἐδιδάχθηκε, ὅσο λίγοι, τήν ἰουδαϊκή θεολογία καί ἔτσι τό ὕφος του, θεολογική μέθοδος καί χρήση τῆς Γραφῆς τόν ἐμφανίζουν ραββίνο τῆς πιό αὐστηρῆς καί καθαρῆς μορφῆς· ἐνωρίς ἐντάχθηκε στήν τάξη τῶν Φαρισαίων, ἄν βέβαια δέν ἀνῆκε σ᾿ αὐτήν ἀπό τούς γονεῖς του, καί ἔγινε ζηλωτής καί βαθύς γνώστης ὄχι μόνο θεωρητικά ἀλλά καί πρακτικά τῶν πιό σπουδαίων καί σημαντικῶν ζητημάτων τοῦ Νόμου. ῎Ετσι διέθετε ὅλα τά ἀπαραίτητα ἐφόδια ἑνός ἄριστα καταρτισμένου νομοδιδασκάλου καί ἐπιδέξιου χειριστοῦ τῆς ραββινικῆς διαλεκτικῆς. Στά ῾Ιεροσόλυμα ἐκτός ἀπό τίς παραπάνω σπουδές του ἔμαθε καί τήν τέχνη τοῦ σκηνοποιοῦ πού τόν ἐβοήθησε ἀργότερα, ἀσκώντας την, νά συντηρεῖται καί νά μήν ἐπιβαρύνει τούς πιστούς τῶν ᾿Εκκλησιῶν στίς ὁποῖες ἐκήρυττε· «καί διά τό ὁμότεχνον εἶναι ἔμενε παρ᾿ αὐτοῖς καί ἠργάζετο». ῾Η ἐκμάθηση τέχνης ἀποτελοῦσε συνήθεια τῶν ᾿Ιουδαίων λογίων καί μάλιστα τῶν ραββίνων ἀλλά καί ὑποχρέωσή τους γιά νά ἐξασφαλίζουν τή συντήρησή τους.
῾Ο Παῦλος διακρινόταν γιά τό ζῆλο στό ἔργο του, τήν ἀγαθότητα τῶν προθέσεών του καί τίς φυσικές ἱκανότητες, ἀλλά καί γιά τήν εὐρύτητα τοῦ πνεύματος, τήν ἀνησυχία καί δυναμικότητά του, προσόντα τά ὁποῖα ἀνέμεναν τήν κατάλληλη στιγμή νά ἀξιοποιηθοῦν. Αὐτή ἡ ἐμπνευσμένη καί δυναμική προσωπικότητα ἔγινε τελικά τό ὄργανο τῆς θείας Χάριτος καί ἐχρησιμοποιήθηκε γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ θείου σχεδίου. ῎Αλλωστε μέσα στό στάδιο τῆς θείας βουλῆς τόσο οἱ ἀνθρώπινες ἱκανότητες ὅσο καί γενικότερα ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας κατευθύνονται μέσα στήν πορεία τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας καί καθοδηγοῦνται στήν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων. ῾Η Χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἄφησε τήν ἱκανή αὐτή προσωπικότητα νά συνεχίσει νά στρέφεται ἐναντίον τῶν πιστῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Μαρτυρίες ὅτι ὁ Παῦλος ἐγνώρισε κατ᾿ ἄνθρωπον τόν Κύριο δέν ἔχουμε, ἐκτός ἀπό κάποιο ὑπαινιγμό τοῦ ἰδίου· «εἰ δέ καί ἐγνώκαμεν κατά σάρκα Χριστόν, ἀλλά νῦν οὐκέτι γινώσκομεν». Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐπισκέφθηκε τά ῾Ιεροσόλυμα μετά τό 30 μ.Χ.
Κατά τό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου «νεανίας» ἀκόμη ἐφύλαγε τά ροῦχα πού ἀπέθεσαν στά πόδια του ἐκεῖνοι πού ἐλιθοβόλησαν τόν Πρωτομάρτυρα· «καί οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τά ἱμάτια αὐτῶν παρά τούς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου» (Πράξ. 7, 58).
Μέ τό ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ, κατά ὑπερφυσικό καί μοναδικό τρόπο, ὁ Χριστός τόν ἐκάλεσε στό ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. ῾Η ἐμφάνιση ὅμως αὐτή δέν ἦταν μιά ὑποκειμενική ἀντίληψη τοῦ Παύλου, ἀλλά ἕνα γεγονός ἀντικειμενικό καί ἱστορικό, καθώς συνάγεται τοῦτο καί ἀπό τή σημασία πού τοῦ ἀποδίδει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος. Τό ξεχωρίζει ἀπό τίς ἄλλες ἀποκαλύψεις καί ὀπτασίες, πού κατά καιρούς εἶχαν γίνει σ᾿ αὐτόν ἀκόμη καί ἀπό τήν ἁρπαγή του μέχρι τοῦ τρίτου οὐρανοῦ γιά τήν ὁποία, ὅπως ὁμολογεῖ, δέν ἦταν βέβαιος ἄν ἦταν σωματική ἤ ὄχι. ᾿Αντιθέτως, γιά τήν ἐμφάνιση τοῦ ᾿Ιησοῦ στό ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι ὑπῆρξε σωματική, καί μάλιστα τήν συναριθμεῖ μέ τίς λοιπές ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου, πού ἔγιναν στούς ᾿Αποστόλους κατά τίς 40 μέρες πρίν ἀπό τήν ᾿Ανάληψή Του καί τήν προβάλλει, βεβαιώνοντας ἔτσι ὅτι καί αὐτός εἶδε τόν Κύριο.
Συγκεκριμένα, στίς Πράξεις (9, 1-29) ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῶ ὁ Παῦλος ἐπορεύετο ἀπό τήν ῾Ιερουσαλήμ στή Δαμασκό, γιά νά συλλάβει ἄνδρες καί γυναῖκες Χριστιανούς καί νά τούς ὁδηγήσει δεμένους στήν ῾Ιερουσαλήμ, ξαφνικά ἄστραψε ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί ὁ Παῦλος ἔπεσε καταγῆς καί ἄκουσε μιά φωνή νά τοῦ λέγει· «Σαούλ, Σαούλ, γιατί μέ καταδιώκεις;». Καί ὁ Παῦλος ἐρώτησε· «Ποιός εἶσαι, Κύριε;». Καί ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε· «᾿Εγώ εἶμαι ὁ ᾿Ιησοῦς, τόν ὁποῖο ἐσύ καταδιώκεις. ῞Ομως σήκω τώρα καί πήγαινε στήν πόλη, ὅπου ἐκεῖ θά σοῦ ποῦν τί πρέπει νά κάνεις». «Οἱ ἄνδρες πού τόν συνόδευαν ἔμειναν κατάπληκτοι, γιατί ἐνῶ ἄκουγαν τή φωνή δέν ἔβλεπαν κανένα». Μόνο ὁ Παῦλος εἶδε τόν Κύριο, ἐνῶ οἱ συνοδοί του ἀντελήφθηκαν ὅτι κάτι τό ἔκτακτο συνέβη. ῎Ετσι τό γεγονός τῆς θείας ἐμφανίσεως καί φωνῆς εἶναι καί ἀντικειμενικά μαρτυρημένο. Τελικά, σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες, ὁδήγησαν τόν Παῦλο στή Δαμασκό καί ἐκεῖ γιά τρεῖς μέρες ἔμεινε τυφλός, χωρίς νά φάει καί νά πιεῖ τίποτε. Στή Δαμασκό τόν ἐπισκέφθηκε κάποιος μαθητής ὀνόματι ᾿Ανανίας, ὁ ὁποῖος παρά τίς ἐπιφυλάξεις πού εἶχε γιά τόν Παῦλο, λόγῳ τῆς φήμης του ὡς διώκτου τῶν Χριστιανῶν, καί ὑπακούοντας στήν ἐντολή τοῦ Κυρίου· «Πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τό ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν... ἐγώ γάρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτόν ὑπέρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν» (Πράξ. 9, 15-16), ἔθεσε τά χέρια του ἐπάνω στόν Σαῦλο καί τοῦ εἶπε· «᾿Αδελφέ, ὁ Κύριος πού σοῦ φανερώθηκε στό δρόμο, μέ ἔστειλε γιά νά ξαναβρεῖς τό φῶς σου καί νά φωτισθεῖς ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα». ᾿Αμέσως ἐκαθάρισαν τά μάτια του, ξαναβρῆκε τό φῶς, ἐσηκώθηκε, ἐβαπτίσθηκε καί, ἀφοῦ ἔφαγε, ἐνδυναμώθηκε. ᾿Εκεῖ ἐδέχθηκε τήν κατήχηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί ἀσφαλῶς ἀναθεώρησε καθ᾿ ὁλοκληρίαν τή φαρισαϊκή ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τήν ὅλη συγκρότησή του, σύμφωνα πλέον μέ τή νέα ἐντολή πού ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο. Στή συνέχεια μετέβη στήν ᾿Αραβική ἔρημο, στό βασίλειο τῶν Ναβαταίων, νότια τῆς Δαμασκοῦ, παρ᾿ ὅτι τοῦτο δέν ἀναφέρεται ρητῶς στίς Πράξεις, προκειμένου πιθανόν νά ἀποφύγει τούς διῶκτες του καί ἀργότερα ξαναγύρισε στή Δαμασκό, ὅπου ἄρχισε τό κηρυκτικό ἔργο του γιά μιά τριετία· «ἀλλ᾿ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν καί πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν» (Γαλ. 1, 17).
Στή Δαμασκό ἔμεινε μερικές μέρες μέ τούς Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί ἐκήρυττε στίς Συναγωγές ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού προεκάλεσε τήν κατάπληξη σέ ὅλους ὅσοι τόν ἄκουαν καί ἀποροῦντες ἔλεγαν· «Αὐτός δέν εἶναι ἐκεῖνος πού κατεδίωκε στήν ῾Ιερουσαλήμ ὅσους πίστευαν στόν ᾿Ιησοῦ καί γι᾿ αὐτό τό σκοπό δέν ἔχει ἔλθει ἐδῶ γιά νά τούς συλλάβει καί νά τούς ὁδηγήσει δεμένους στούς ᾿Αρχιερεῖς;» (Πράξ. 9, 20-22).
᾿Αντίθετα ὁ Παῦλος ἐνισχυόταν πιό πολύ καί προκαλοῦσε σύγχυση στούς ᾿Ιουδαίους τῆς Δαμασκοῦ μέ τό κήρυγμά του, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. ῞Υστερα ἀπό μερικές μέρες οἱ ᾿Ιουδαῖοι κατέληξαν τελικά στήν ἀπόφαση νά τόν θανατώσουν καί γι᾿ αὐτό παραφύλαγαν τίς πύλες ἐξόδου μέρα καί νύκτα. ῾Η ἐχθρότητα καί ἀπόφαση αὐτή τῶν ᾿Ιουδαίων, τήν ὁποία ἐπληροφορήθηκε, ἀνάγκασαν τόν Παῦλο νά ἐγκαταλείψει τή Δαμασκό.
᾿Εναντίον τοῦ Παύλου ὑποχρεώθηκε νά κινηθεῖ καί ὁ βασιλιάς τῶν Ναβαταίων, ὕστερα ἀπό καταγγελίες τῶν ᾿Ιουδαίων τῆς Δαμασκοῦ. Φεύγοντας ἀπό τή Δαμασκό ὁ Παῦλος κατέφυγε στήν ῾Ιερουσαλήμ (37-38 μ.Χ.), γιά νά γνωρίσει τούς ᾿Αποστόλους καί τόν Πέτρο, κοντά στούς ὁποίους παρέμεινε δεκαπέντε μέρες καί στό διάστημα αὐτό δέν εἶδε κανέναν ἄλλον ἀπό τούς ᾿Αποστόλους παρά μόνο τόν ᾿Ιάκωβο «τόν ἀδελφόν τοῦ Κυρίου», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, καί παρ᾿ ὅτι προσπαθοῦσε νά προσκολληθεῖ στούς Μαθητές, ἐκεῖνοι ἦσαν ἐπιφυλακτικοί μαζί του, ἐπειδή τόν ἐφοβοῦνταν ὡς διώκτη τους. Τελικά, ὅπως ἀναφέρεται στίς Πράξεις, τόν παρέλαβε ὁ Βαρνάβας, ὁ ὁποῖος τόν ὁδήγησε στούς ἄλλους ᾿Αποστόλους καί διηγήθηκε τό θαῦμα τῆς μεταστροφῆς του, «πῶς ἐν τῇ ὁδῷ εἶδε τόν Κύριο» (Πράξ. 26-28), ὁ Κύριος ἐλάλησε σ᾿ αὐτόν καί πώς εἶχε τώρα τήν παρρησία νά κηρύττει τόν ᾿Ιησοῦ. ῎Ετσι ἔγινε δεκτός καί ἄρχισε νά συναναστρέφεται τούς Μαθητές καί νά κηρύττει μέ θάρρος τόν ᾿Ιησοῦ. Καί ἐδῶ ὅμως οἱ ἑλληνόφωνοι ῾Εβραῖοι-ἑλληνιστές ἐπεδίωξαν νά τόν θανατώσουν. ᾿Αλλά μόλις τό ἐπληροφορήθηκαν οἱ ἀδελφοί, τόν ὁδήγησαν στήν Καισάρεια καί ἀπό ἐκεῖ τόν ἐφυγάδευσαν στήν πατρίδα του τήν Ταρσό. Στίς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανισθείς «ἐν ἐκστάσει» τοῦ εἶπε· «Σπεῦσον καί ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ ῾Ιερουσαλήμ διότι οὐ παραδέξονταί σου τήν μαρτυρίαν περί ἐμοῦ» (22, 17-18). Προηγουμένως, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος, «ἦλθε στά μέρη τῆς Συρίας καί Κιλικίας» κηρύττοντας τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτή ὅμως τήν κηρυκτική του δραστηριότητα στά μέρη αὐτά, πού πρέπει νά ἦταν σημαντική, δέν ἔχουμε κάποιες πληροφορίες οὔτε καί ἀπό τόν ἴδιο, ἐκτός ἀπό φῆμες πού εἶχαν οἱ ἄλλες ᾿Εκκλησίες, οἱ ὁποῖες καί ἐδόξασαν τόν Θεό γι᾿ αὐτό.

