Ο Αιτωλίας & Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνός για την Αρχή της Ινδίκτου
Ἡ 1η Σεπτεμβρίου χαρακτηρίζεται στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς «Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου» καί σηματοδοτεῖ τἠν ἔναρξη τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ καί λειτουργικοῦ ἔτους. Ὁ ὄρος «Ἴνδικτος» ἤ «Ἰνδικτιών» εἶναι ἐξελληνισμένος τῦπος τῆς λατινικής λέξεως «indictio»(σημαίνει διάταγμα), ὁ ὁποῖος στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία δήλωνε μία φορολογική περίοδο δεκαπέντε (15) ἐτῶν καί ἀπό τόν 4ο μ.Χ. αἰῶνα καθιερώθηκε ὡς μονάδα μετρήσεως τοῦ χρόνου, γιά νά καταλήξει νά δηλώνει τήν ἔναρξη τοῦ ἔτους.
Γιά τήν Ἐκκλησία, βέβαια, ὁ χρόνος δέν προσφέρεται μόνο γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, ἀλλά κυρίως γιά τήν πραγμάτωση τοῦ ἀνώτερου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού συνίσταται στήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό. Ὁ χρόνος στήν Ἐκκλησία δέν ἀποτελεῖ ἁπλά μία ἐξωτερική διαδικασία πού ρυθμίζει τά τῆς φυσικῆς καί βιολογικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά πρόκειται γιά τό μέσο πού ὁδηγεῖ σ’ ἕνα ἀνώτερο προορισμό, στήν τελείωση, στήν θέωση.
Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας προέρχεται ἀπό τόν Λουκᾶ (4, 16-22), καί ἀναφέρεται στήν ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου μέ τό πρῶτο κήρυγμά του στήν συναγωγή τοῦ χωριοῦ του, τῆς Ναζαρέτ. Ἀμέσως μετά τήν βάπτισή Του καί τήν ἀντιμετώπιση τῶν πειρασμῶν στήν ἔρημο, ὁ Χριστός ἐπιστρέφει στήν Γαλιλαία καί, ἀφοῦ περιοδεύει γιά λίγο στήν περιοχή, φτάνει στήν Ναζαρέτ. Ἐκεῖ ἐπισκέπτεται τήν συναγωγή, προκειμένου νά συμμετάσχει στήν προσευχή τοῦ Σαββάτου.
Ἀκολουθῶντας τό τυπικό τῶν συναγωγῶν τῆς περιοχῆς, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο, μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Νόμου, μποροῦσε ὁποιοσδήποτε νά διαβάσει κάποια περικοπή ἀπό τά βιβλία τῶν Προφητῶν καί νά τήν σχολιάσει, ὁ Χριστός σηκώθηκε, πῆρε τόν κύλινδρο ἀπό πάπυρο πού περιεῖχε τό κείμενο τοῦ προφήτου Ἠσαΐου, τόν ξετύλιξε καί διάβασε ὄρθιος τά δύο πρῶτα ἐδάφια ἀπό τό 61ο κεφάλαιο: «Τό Πνεῦμα μέ κατέχει τοῦ Κυρίου, μ’ αὐτό μέ ἔχρισε· μέ ἔστειλε μήνυμα χαρμόσυνο νά φέρω στούς φτωχούς, τούς τσακισμένους ψυχικά νά θεραπεύσω· στούς αἰχμαλώτους νά ἀναγγείλω ὅτι θά λευτερωθοῦν, καί στούς τυφλούς ὅτι θά βροῦν τό φῶς τους, τούς καταπιεσμένους ν’ ἀπελευθερώσω, ν’ ἀναγγείλω τοῦ καιροῦ τόν ἐρχομό, πού χάρι ὁ Κύριος δίνει». Ἦλθε, ἑπομένως, ὁ καιρός τῆς σωτηρίας μας. «Ἰδοῦ νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδοῦ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β’ Κορ. 6, 2).
Τό παράδοξο τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι, ἐνῶ κατ΄ ἀρχήν ὅλοι οἱ ὁμοεθνεῖς Του θαύμαζαν γιά τά λόγια τῆς χάριτος πού ἔβγαιναν ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου, μετά ἄρχιζαν νά ἐκφράζουν τήν ζήλεια τους. Τόν ὀνόμαζαν περιφρονητικά, ὡς «ὁ υἱός τῆς Μαρίας» ἥ ὡς «τέκτων», καί ἀδελφό, ἀσήμαντων γι΄ αὐτούς, ἀνθρώπων. Θαύμαζαν τά λόγια, ἐκπλήσσονταν ἀπό τά θαύματα, ἐνῶ παράλληλα φθονοῦσαν καί σκανδαλίζονταν μέ τόν Χριστό, γιατί ἦταν συμπατριώτης τους, καί Τόν μείωναν, μέ τό νά ἀναφέρουν τήν ταπεινή Του καταγωγή. Γι΄ αὐτόν τόν λόγο καί ὁ Κύριος ἀποχώρησε, δέν ἔμεινε, οὔτε καί ἔκανε πολλά θαύματα στήν πατρίδα Του.
Δυστυχῶς καί σήμερα ἔχουμε πάθει, ὅ,τι ἔπαθαν καί οἱ Ναζαρηνοί. Συνηθίζουμε νά περιφρονοῦμε τόν θησαυρό τῆς πίστεως, «τά δέ ξένα ἀσπάζεσθαι», κατά τόν Ἱερό Θεοφύλακτο. Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Χριστός φαίνονται σέ πολλούς ξεπερασμένα καί ἀχρείαστα, ἐνῶ ἀντιθέτως ἀνόητες «διδασκαλίες» καί δεισιδαιμονίες συχνά εἶναι καλοδεχούμενες. Γίνεται προσπάθεια νά μειωθεῖ ἡ παρακαταθήκη τῆς Ἐκκλησίας και νά προβληθοῦν αἱρέσεις καί ἄλλες δοξασίες.
Ἄς προσέχουμε, λοιπόν, τήν πίστη μας, τήν στάση μας ἀπέναντι στόν Σωτῆρα Χριστό, γιατί μόνο κοντά καί ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό θά βροῦμε τήν ἀνάπαυση καί τήν εἰρήνη στήν καρδιά καί τήν ψυχή μας. Ἀμήν.

