"Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού" - Κυριακή Δ΄ Λουκά
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου - συγγραφέως
Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η τέταρτη Κυριακή του Λουκά, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη των αγίων και θεοφόρων πατέρων που έλαβαν μέρος στην εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο. Το μεν ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μια περικοπή από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, στην οποία ο ευαγγελιστής μας παραθέτει την παραβολή του σπορέως, το δε αποστολικό μια περικοπή από το 3ο κεφάλαιο της προς Τίτον επιστολής του αποστόλου Παύλου. Στο περικοπή αυτή ο απόστολος των εθνών αναφέρεται στους αιρετικούς και στη στάση που οφείλει να τηρήσει ο μαθητής του Τίτος απέναντι σ’ αυτούς.
Γράφει: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος». Δηλαδή τον αιρετικό άνθρωπο, ο οποίος ύστερα από πρώτη και δευτέρα συμβουλή επιμένει με πείσμα στην πλάνη του, παράτησέ τον και μη συζητάς πλέον μαζί του. Γνώριζε, ότι ο τοιούτος έχει πλέον παρεκκλίνει από την αλήθεια και αμαρτάνει, ελεγχόμενος και καταδικαζόμενος από τη συνείδησή του. Ο όρος «αιρετικός» στη γλώσσα των αγίων Πατέρων μας, σημαίνει τον διαστρεβλωτή της πίστεως, της αποκεκαλυµµένης Αληθείας, την οποία μας απεκάλυψε ο Θεός. Αίρεση δε είναι κάθε διαστρέβλωση των δογματικών αληθειών της πίστεως, που μας απεκάλυψε ο Χριστός και μας παρέδωσαν οι άγιοι απόστολοι. Η διαστρέβλωση αυτή μπορεί να προκύψει είτε με προσθήκη, είτε με αφαίρεση, είτε με τροποποίηση σε μια, ή σε περισσότερες αλήθειες της πίστεως.
Για να κατανοήσουµε την τραγικότητα, µέσα στην οποία ζουν και κινούνται οι αιρετικοί, πρέπει να δούµε τη διδασκαλία και τη ψεύτικη «θεολογία» τους με γνώμονα την θεολογία των αγίων Πατέρων. Οι άγιοι Πατέρες θεολογούν πάντα µέ τον φωτισµό του αγίου Πνεύµατος. Γίνονται πρώτα δοχεία και ναοί του αγίου Πνεύµατος, µέ την χάρη του Θεού και τον πνευµατικό τους αγώνα και καταξιώνονται να γίνουν πνευµατοκίνητοι, θεοκίνητα στόµατα του Λόγου. Γι’ αυτό και η θεολογία τους είναι έκφραση των µυστικών εµπειριών τους. Εκφράζουν αυτό που το άγιο Πνεύµα αποκαλύπτει µέσα τους. Λέγουν αυτό που βλέπουν στη φωτισµένη και θεοφόρο καρδιά τους. Αντίθετα οι αιρετικοί είναι οι στοχαστές και φιλόσοφοι του κόσµου, οι οποίοι προσπαθούν με τη δύναμη της λογικής και με φιλοσοφικούς στοχασμούς να ερμηνεύσουν την θεία αποκάλυψη, ακριβώς διότι δεν έχουν αγιοπνευματικές εμπειρίες. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ο ανθρώπινος φιλοσοφικός στοχασμός ποτέ δεν µπορεί να γίνει Θεολογία. Μένει απλώς μια φιλοσοφία, μια ανθρώπινη µεταφυσική αναζήτηση.
Ένας από τους θεοφόρους αγίους Πατέρες, που δίκαια πήρε το όνοµα του Θεολόγου της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «∆εν είναι του καθενός, να φιλοσοφεί γύρω από τον Θεό.... ∆εν είναι του καθενός, παρά µόνο των δοκιµασµένων και όσων έχουν προχωρήσει στη θεωρία, (δηλαδή στη θέα του Θεού) και που προηγουµένως έχουν καθαρισθεί και στην ψυχή και το σώµα, ή τουλάχιστον, καθαρίζονται τώρα». Οι άγιοι Πατέρες ομιλούσαν στα θεοφώτιστα συγγράμματά τους περί του Θεού, έχοντας υπ’ όψη τους την προσωπική τους αγιοπνευματική εμπειρία.
Η αίρεση δεν είναι απλά ένα λογικό λάθος, ούτε οι αιρετικοί απλώς αστοχούν στην εύρεση της αλήθειας. Στην περίπτωσή τους συµβαίνει κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κατά το γράµµα γνωρίζουν την Γραφή, κατά τρόπο, (πολλές φορές), εκπληκτικό. Τους λείπει όµως κάτι ουσιαστικό. Τους λείπει η αγιοπνευµατική εµπειρία των αγίων Πατέρων, ο εσωτερικός φωτισµός του αγίου Πνεύµατος. Τολμούν να θεολογήσουν χωρίς προηγουμένως να έχουν καθαρίσει την ψυχή τους από τα πάθη με την ασκητική και θεραπευτική μέθοδο, που υποδεικνύει η Εκκλησία. Για τους αιρετικούς η Θεολογία είναι μια διανοητική - επιστηµονική υπόθεση, ένα λογικό και συλλογιστικό παιχνίδι. Μπορεί ηθικά να είναι ανεπίληπτοι. ∆εν βλέπουν όμως όσα βλέπουν εν αγίω Πνεύµατι οι άγιοι Πατέρες. Μπορεί διανοητικά να είναι εκπληκτικά ανεπτυγµένοι. Είναι πράγµατι γεγονός, ότι όλοι οι µεγάλοι αιρετικοί εντυπωσιάζουν µέ την πολυγνωσία και την ανθρώπινη «σοφία» τους! ∆εν έχουν όµως καθαρή την καρδιά, ούτε έχουν µεταβληθεί σε ναούς του αγίου Πνεύµατος. Η εµπειρία της θεώσεως, που καταξιώνει τους Πατέρες είναι αυτό, που τους λείπει. Γι’ αυτό και δεν µπορούν να διακρίνουν την αλήθεια από την πλάνη.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η τραγικότητα όλων των αιρετικών. Αφώτιστοι οι ίδιοι, ζητούν να φωτίσουν. Αθεράπευτοι οι ίδιοι, ζητούν να θεραπεύσουν. Άθεοι οι ίδιοι, (δηλαδή χωρίς τον αληθινό Θεό), ζητούν να θεολογήσουν. Θα µπορούσαµε να παροµοιάσουµε τους αιρετικούς µέ ψευτογιατρούς και τσαρλατάνους, που εξαπατούν. Αλλ’ είναι κάτι χειρότερο: Είναι γιατροί, που προσφέρουν δολοφονική θεραπεία, που σκοτώνει τον άνθρωπο αιώνια. Είναι φαρµακοποιοί, που κυκλοφορούν φάρµακα δηλητηριασµένα - αλλοιωµένα, που είναι επικίνδυνα για την δηµόσια υγεία, φυσικά όχι την σωµατική, αλλά την πνευµατική και αιώνια.
Πολλές φορές μέσα στην πνευματική μας άγνοια κάνουμε το τραγικό λάθος να τοποθετούµε τη διαφορά Ορθοδοξίας και αιρέσεων σε επίπεδο λεκτικών, ή τυπικών διατυπώσεων. Αυτό οδηγεί στην ελαχιστοποίηση της διαφοράς και στην εντύπωση, ότι η διαφωνία μας είναι για ασήµαντα πράγµατα, που µπορούν εύκολα µέ κάποια καλή διάθεση και φραστική βελτίωση να θεραπευθούν. Αν δούµε όµως τις αιρέσεις από πλευράς πραγµατικότητος πατερικής και αντιπαραθέσουµε στην ετεροδοξία της εποχής µας τους αγίους µας Πατέρες, τότε θα διαπιστώσουµε, ότι πρόκειται για διαφορά πραγµάτων και όχι λέξεων. Η πνευµατικότητα της Ορθοδοξίας γεννά αγίους Πατέρες, ενώ η «πνευµατικότητα» των αιρέσεων σπείρει τον όλεθρο. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες θα µένουν πάντα τα «πάγχρυσα στόµατα του Λόγου», που θα καλούν όχι µόνο τους αιρετικούς και ετεροδόξους, αλλά και εµάς, που ως επί το πλείστον είμαστε κατ’ όνοµα µόνο ορθόδοξοι, στην γνήσια εν Χριστώ θεραπεία, που οδηγεί στη σωτηρία.
Από όλα όσα προηγουμένως σημειώσαμε με πολλή συντομία, αδελφοί μου, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τώρα, τι κατά βάθος είναι η αίρεση και ποιος κατά βάθος είναι ο αιρετικός. Ότι δηλαδή η αίρεση είναι θάνατος πνευματικός, που οδηγεί στην απώλεια, στον όλεθρο και στην καταστροφή. Μπορούμε επίσης να συνειδητοποιήσουμε, γιατί αυτός που θα παρασυρθεί στην παναίρεση του Οικουμενισμού, ή σε οποιαδήποτε άλλη αίρεση, χάνει την ψυχή του, έστω και αν είναι ο μεγαλύτερος ασκητής, έστω και αν έχει μεγάλο εκκλησιαστικό αξίωμα, έστω και αν έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο φιλανθρωπικό, ή κοινωνικό, ή ποιμαντικό έργο.
Αυτές τις μεγάλες αλήθειες, έχοντας υπ’ όψη του και ο απόστολος Παύλος, παραγγέλει στον μαθητή του, Τίτο, να φεύγει μακρυά από τους αιρετικούς μετά από πρώτη και δευτέρα νουθεσία. Και τούτο διότι εγνώριζε, ότι οι αιρετικοί είναι πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διακρίνουν την πλάνη στην οποία βρίσκονται και να μετανοήσουν, εξ’ αιτίας του εγωϊσμού που έχουν μέσα τους. Όπως ματαιοπονεί εκείνος που προσπαθεί να σπείρει στη θάλασσα, ή πάνω στο τσιμέντο, έτσι ματαιοπονεί και εκείνος που προσπαθεί να πείσει έναν αιρετικό. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Όταν κάποιος είναι διεστραμμένος και αποφασισμένος να μην αλλάξει καθόλου τη γνώμη του, ό,τι και αν γίνει, για ποιο λόγο κουράζεσαι άσκοπα;».
Οι άγιοι πατέρες της Εκκλησίας μας διέκριναν, με τον θείο φωτισμό που είχαν μέσα τους, πόσο μεγάλος και θανάσιμος είναι ο κίνδυνος από τη δράση των αιρετικών. Γι’ αυτό θεώρησαν χρέος τους να αγωνιστούν με όλες τους τις δυνάμεις για την αντιμετώπισή των, συγκροτώντας άγιες Συνόδους, όπως αυτή που εορτάζουμε σήμερα και υπομένοντας θλίψεις και ποικίλους διωγμούς, προκειμένου να προστατεύσουν τα υπόλοιπα μέλη της Εκκλησίας από την ολέθρια διδασκαλία τους.
Όπως και άλλες φορές στο παρελθόν έχουμε τονίσει, η φοβερότερη και η πιο επικίνδυνη αίρεση που εμφανίστηκε στη ιστορική πορεία της Εκκλησίας εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια είναι η παναίρεση του Οικουμενισμού. Και τούτο διότι εμφανίζεται ύπουλα, με το προσωπείο της αγάπης και έχει παραπλανήσει την συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών Επισκόπων και Πατριαρχών με πρωτοπόρο τον σημερινό οικουμενικό πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Η πνευματική αφασία και η πλήρης σχεδόν υποδούλωση της διοικούσης Εκκλησίας μας απέναντι στην παναίρεση του οικουμενισμού έφθασε στο αποκορύφωμά της στην ψευδοσύνοδο της Κρήτης, διότι τελικά αποδέχθηκε επίσημα τις κακόδοξες αποφάσεις της. Όπως είναι γνωστό στην ψευδοσύνοδο η παναίρεση αυτή, αντί να καταδικασθεί συνοδικά, έχει πλέον νομιμοποιηθεί και θεσμοθετηθεί επίσημα στην εκκλησιαστική ζωή. Τώρα πλέον, μετά την ψευδοσύνοδο, η εκκλησιαστική κατάσταση έχει καταστεί εξόχως τραγική. Και τούτο διότι η αίρεση αυτή δεν διακηρύσσεται απλώς από μια ομάδα επισκόπων οικουμενιστών, όπως γινόταν μέχρι τώρα. Τώρα πλέον οι κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου έχουν καταστεί επίσημη διδασκαλία της τοπικής μας Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η μόνη ασφαλής οδός για την προφύλαξή μας από την αίρεση είναι η οδός της αποτειχίσεως. Αυτή την ευλογημένη οδό της αποτειχίσεως εύχομαι από καρδίας να ακολουθήσει ο πιστός λαός της τοπικής μας Εκκλησίας με τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου, των αγίων Πατέρων που εορτάζουμε σήμερα και όλων των αγίων. Αμήν.

