Το Κήρυγμα της Κυριακής 01.11.2026 - Ε' Λουκά
του Σεβ. Μητρ. Αιτωλίας & Ακαρνανίας κ. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
Ὑπάρχουν λέξεις ποὺ τὶς χρησιμοποιοῦμε τόσο συχνά, ὥστε κινδυνεύουμε νὰ ξεχάσουμε τὸ ἀληθινὸ τους νόημα. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶναι καὶ ἡ λέξη «ἀγάπη». Τὴν συναντοῦμε παντού: στὶς προσωπικές μας σχέσεις, στὶς δημόσιες συζητήσεις, στὰ μηνύματα ποὺ ἀνταλλάσσουμε, στὶς διακηρύξεις καὶ στὶς ὑποσχέσεις μας.
Ὅλοι σήμερα μιλοῦμε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ ὅλοι ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀξία της. Κι ὅμως, δὲν ἐννοοῦμε πάντοτε τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Τὸ πάθος τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ ἡ διαρκὴς ἀναζήτηση τοῦ ἀτομικοῦ μας συμφέροντος ἔχουν ἀλλοιώσει τὰ κριτήριά μας. Οἱ καλές μας προθέσεις δὲν ἀρκοῦν. Ζητοῦμε τὴν παρουσία τού ἄλλου, ἐπιδιώκουμε βαθιὲς καὶ εἰλικρινεῖς σχέσεις, δὲν εἴμαστε ὅμως πάντοτε πρόθυμοι νὰ ἐκθρονίσουμε ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς καρδιᾶς μας τὸν φουσκωμένο ἀπὸ ἔπαρση ἑαυτό μας. Δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ περιορίσουμε τὶς ἀπαιτήσεις μας, νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὸν συνάνθρωπό μας, νὰ ἀποδεχθοῦμε ὡς ἀδελφό μας ἐκεῖνον ποὺ διαφέρει ἀπὸ ἐμᾶς, ἐκεῖνον ποὺ διαφωνεῖ μαζί μας, ἐκεῖνον ποὺ ἀκολουθεῖ διαφορετικὸ τρόπο σκέψης καὶ διαφορετικὸ δρόμο ζωῆς.
Κυρίως, ὅμως, φοβόμαστε. Φοβόμαστε νὰ σχετιστοῦμε, μήπως χάσουμε τὴν αὐτονομία μας. Φοβόμαστε μήπως, μέσα στὴν σχέση, ἀποκαλυφθεῖ ὁ ἀληθινὸς ἑαυτός μας καὶ χάσουμε τὸ κῦρος μας. Φοβόμαστε μήπως δώσουμε τὴν καρδιά μας καὶ εἰσπράξουμε ἀχαριστία.
Προτιμοῦμε ἔτσι νὰ ζήσουμε μιὰ ζωὴ ἀσφαλῆ ἀλλὰ ἀπονεκρωμένη, προστατευμένη ἀλλὰ μοναχική, ὀχυρωμένη ἀλλὰ στερημένη ἀπὸ τὴν χαρὰ τῆς συνάντησης, τῆς συμπόνιας καὶ τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὸ ἐγωιστικό μας θέλημα.
Ἡ ἀγάπη, ὅμως, ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς λείπει. Καὶ γιά νὰ παρηγορηθοῦμε, ὀνομάζουμε ἀγάπη σκέψεις, πράξεις καὶ συναισθήματα ποὺ δὲν πηγάζουν ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν θολωμένη μας διάνοια καὶ τὴν ἀφώτιστη ψυχή μας.
Μπορεῖ νὰ λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε, χωρὶς νὰ ἔχουμε μάθει νὰ ὑπομένουμε. Νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι νοιαζόμαστε γιά τὸν ἄλλον, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα περιμένουμε ἀπὸ ἐκεῖνον νὰ ἱκανοποιεῖ τὶς δικές μας ἀνάγκες. Νὰ προσφέρουμε, ἀλλὰ νὰ πληγωνόμαστε ὅταν δὲν ἀναγνωρίζεται ἡ προσφορά μας. Νὰ συγχωροῦμε, ἀλλὰ νὰ κρατοῦμε μέσα μας τὴν ἀνάμνηση τοῦ λάθους, ἕτοιμοι νὰ τὴν ἐπαναφέρουμε στὴν πρώτη εὐκαιρία. Νὰ ἐπιθυμοῦμε τὸ καλὸ τοῦ ἄλλου, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ μὴ διαφέρει ἀπὸ τὸ καλὸ ποὺ ἐμεῖς ἔχουμε ἀποφασίσει γι’ αὐτόν.
Πόσα, λοιπόν, ἀπὸ ὅσα ὀνομάζουμε ἀγάπη εἶναι πράγματι ἀγάπη; Καὶ πόσα ἀποτελοῦν παραλλαγὲς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, ποὺ ἔμαθε νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ μιὰ εὐγενικὴ λέξη;
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἀρκεστοῦμε στὶς δικές μας ἀπαντήσεις. Μᾶς προσφέρει ἕνα μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο μπορούμε νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας. Εἶναι ὁ περίφημος «Ὕμνος τῆς Ἀγάπης», ἕνα ἀπὸ τὰ βαθύτερα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἕνας καθρέφτης ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ κοιτάξουμε μὲ θάρρος τὸν ἑαυτό μας, νὰ γκρεμίσουμε τὶς ψευδαισθήσεις μας, νὰ ἀναλάβουμε τὶς εὐθύνες μας καὶ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν μετάνοια. Γιὰ νὰ ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ ἀπολαύσουμε, μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, τὴν ἀληθινή, τὴν γνήσια, τὴν βαθιά, τὴν θεϊκὴ ἀγάπη.
Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφὴς καὶ συγκλονιστικός:
«Ἂν μπορῶ νὰ λαλῶ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη γιά τοὺς ἄλλους, οἱ λόγοι μου ἀκούγονται σὰν ἦχος χάλκινης καμπάνας ἢ σὰν κύμβαλο ποὺ ἀλαλάζει. Κι ἂν ἔχω τὸ χάρισμα τῆς προφητείας κι ὅλα κατέχω τὰ μυστήρια κι ὅλη τὴν γνώση, κι ἂν ἔχω ἀκόμα ὅλη τὴν πίστη, ἔτσι ποὺ νὰ μετακινῶ βουνά, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη, εἶμαι ἕνα τίποτα. Κι ἂν ἀκόμα μοιράσω στοὺς φτωχοὺς ὅλα μου τὰ ὑπάρχοντα, κι ἂν παραδώσω τὸ σῶμά μου γιά νὰ καεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη, σὲ τίποτα δὲ μὲ ὠφελεῖ» (Α΄ Κορ. 13:1-3).
Ἀνατρεπτικὰ τὰ λόγια τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, ἀδελφοί μου. Ἀνατρεπτικά, ἀλλὰ καὶ λυτρωτικά. Οὔτε ἡ γνώση οὔτε τὰ χαρίσματα οὔτε κὰν ἡ πίστη, ὅσο μεγάλη κι ἂν εἶναι, ἀρκοῦν γιὰ νὰ μᾶς χαρίσουν τὴν πληρότητα τῆς ἀγάπης ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦμε.
Συχνὰ ἀξιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας ὡς καλὸ Χριστιανὸ ἀπὸ ὅσα ἠθικὰ πράττουμε, ἀπὸ ὅσα θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ γνωρίζουμε, ἀπὸ ὅσα φιλάνθρωπα προσφέρουμε, ἀπὸ τὴν θέση ποὺ κατέχουμε στὴν κοινωνία ἢ στὴν Ἐκκλησία, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ εὐσεβοῦς ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι γιὰ ἐμᾶς. Ὁ Ἀπόστολος, ὅμως, μᾶς καλεῖ νὰ κοιτάξουμε βαθύτερα: ὄχι μόνο τί κάνουμε, ἀλλὰ μὲ ποιὸ πνεῦμα τὸ κάνουμε· ὄχι μόνο τί γνωρίζουμε, ἀλλὰ ἂν ἡ γνώση γίνεται ἐργαλεῖο ἀληθινῆς ἀγάπης· ὄχι μόνο τί προσφέρουμε, ἀλλὰ ἂν μέσα ἀπὸ τὴν προσφορά μας ἀνοίγεται στὴν καρδιά μας πραγματικὸς χῶρος γιὰ τὸν ἄλλον.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ ἀγάπη εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ συναίσθημα ἢ μιὰ ἐκδήλωση φιλανθρωπίας. Εἶναι ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἐγωιστικοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ θυσία τοῦ ἀτομικοῦ μας θελήματος, ἡ ἔξοδος πρὸς τὸν ἄλλον χωρὶς φόβο, χωρὶς ὑπολογισμὸ καὶ χωρὶς προσμονὴ ἀνταπόδοσης.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γνωρίζει ὅτι ὅλα αὐτὰ ξεπερνοῦν τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Γι’ αὐτὸ καὶ παρουσιάζει τὴν ἀγάπη ὡς καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5:22). Ἡ ἀληθινή ἀγάπη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἀνθρώπινο κατόρθωμα. Γεννιέται ἀπὸ τὴν ἕνωση μὲ τὴν Πηγή της, ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἀληθινή ἀγάπη εἶναι ἐκείνη ποὺ φανερώνεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἀγαπᾶ ἐπειδὴ εἴμαστε πάντοτε ἄξιοι τῆς ἀγάπης Του οὔτε ἐπειδὴ ἀνταποκρινόμαστε τέλεια στὸ θέλημά Του. Παρὰ τὶς διαρκεῖς ἀποστασίες μας, δὲν παύει νὰ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία μας. Ἐπάνω στὸν Σταυρὸ δὲν ἀναζήτησε τὴν δική Του δικαίωση, ἀλλὰ προσφέρθηκε γιὰ νὰ χαρίσει στὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο τὴν ζωή.
Αὐτὴν τὴν ἀγάπη καλούμαστε νὰ ζήσουμε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἀνοίγεται ὁ δρόμος τῆς κοινωνίας μὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη καὶ ποὺ ἔχει τὴν δύναμη νὰ μᾶς μεταμορφώσει σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀγαποῦν ἀληθινά.
Μόνο τότε ἡ ἀγάπη μας ἀποκτᾶ ὑπομονὴ καὶ καλοσύνη, ὅπως μᾶς διδάσκει στὴν συνέχεια ὁ Ὕμνος τῆς Ἀγάπης. Μόνο τότε ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν ζηλοφθονία, τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν ματαιοδοξία. Μόνο τότε γίνεται ταπεινὴ καὶ εὐγενική, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν μνησικακία. Μόνο τότε εἶναι σὲ θέση νὰ συμπονεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ χαίρεται μὲ τὴν χαρὰ τοῦ ἄλλου. Μόνο τότε ἐμπιστεύεται χωρὶς νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν φόβο, προσφέρεται χωρὶς νὰ κατακρίνει καὶ παραμένει σταθερή, ἀκόμη κι ὅταν συναντᾶ τὶς μεταπτώσεις ἢ τὴν ἀχαριστία τοῦ ἄλλου (Α’ Κορ. 13:4-7).
Ἂς μὴν ἀρκεστοῦμε, λοιπόν, νὰ λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε. Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς μάθει νὰ ἀγαπᾶμε ἀληθινά. Ἂς ἀφήσουμε τὸν Ὕμνο τῆς Ἀγάπης νὰ γίνει καθρέφτης τῆς ζωῆς μας, νὰ ἀποκαλύψει τὶς ψευδαισθήσεις μας καὶ νὰ μᾶς δείξει τὸν δρόμο τῆς μετάνοιας. Γιατὶ τὰ ἔργα μας, τὰ ἀξιώματα καὶ οἱ γνώσεις μας μπορεῖ νὰ χάσουν τὴν λάμψη τους. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ δὲν θὰ σβήσει ποτὲ εἶναι ἡ δική Του ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη ὅσων Του ἔχουν παραδώσει τὸν ἑαυτό τους, ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἀπόστολος:
«Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α’ Κορ. 13:13). Ἀμήν.

